Αυτοκινητιστικό ατύχημα σε διασταύρωση με stop και υπερβολική ταχύτητα



Σε αυτοκινητιστικό ατύχημα σε διασταύρωση με πινακίδα stop απαιτείται ειδική αιτιολογία για την συνυπαιτιότητα λόγω υπερβολικής ταχύτητας του οδηγού μοτοσικλέτας που είχε προτεραιότητα

Δεν αρκεί η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας για να θεμελιωθεί συνυπαιτιότητα για τον οδηγό της μοτοσικλέτας λόγω υπερβολικής ταχύτητας. Πρέπει να προσδιορίζεται ειδικά πώς η υπερβολική ταχύτητα επέδρασε στην πρόκληση του αυτοκινητιστικού ατυχήματος

Η οδήγηση υπό την επήρρεια μέθης δεν οδηγεί υποχρεωτικά σε υπαιτιότητα του οδηγού για το αυτοκινητικό ατύχημα

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ως προς την υπαιτιότητα των εμπλακέντων οδηγών στο ένδικο αυτοκινητιστικό ατύχημα τα ακόλουθα περιστατικά: «Στις …, ημέρα … και περί ώρα … ο ενάγων …, .. ετών τότε, κάτοικος …., οδηγούσε τη … δίκυκλη μοτοσικλέτα, της κυριότητας του, στην οδό Χ…, στην …, με κατεύθυνση από Α.. προς Π.. Η πρώτη εναγομένη …, .. ετών, …. υπάλληλος, οδηγούσε το … ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία ….., στην κάθετη προς την παραπάνω οδό ….., με κατεύθυνση από την οδό …. προς την οδό …, από δεξιά προς τα αριστερά ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας. Φθάνοντας στη συμβολή των πιο πάνω οδών, όπου η προτεραιότητα ρυθμιζόταν με πινακίδα Ρ-2 (STOP), η πρώτη εναγομένη πραγματοποίησε ελιγμό δεξιά για να κινηθεί μέσω της οδού Χ…. προς Π… Εισήλθε στο μέσον περίπου του (πλάτους 6,70 μέτρων) οδοστρώματος του ρεύματος της οδού Χ….. προς Πειραιά, ευθυγραμμίστηκε και ενώ βρισκόταν σε απόσταση 20 περίπου μέτρων από τη συμβολή, προσέκρουσε στο πίσω δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου της, με το εμπρόσθιο πλάγιο αριστερό τμήμα της, η μοτοσικλέτα του ενάγοντος. Στη συνέχεια η μοτοσικλέτα ανατράπηκε και αφού σύρθηκε προς τα εμπρός, προσέκρουσε στο … ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν σταθμευμένο στο δεξιό του ρεύματος της οδού Χ…. προς Π.... και σε απόσταση 22,60 μέτρων μετά τη συμβολή με την οδό Α…., κατόπιν ακινητοποιήθηκε επί της δεξιάς λωρίδας, εμπρός από το σταθμευμένο αυτοκίνητο, ενώ ο ενάγων εκτινάχθηκε αρχικά στο πίσω δεξιό παρμπρίζ του αυτοκινήτου και μετά στο οδόστρωμα. Το αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης, μετά τη σύγκρουση, κινήθηκε διαγώνια προς τα αριστερά και ακινητοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, αφού προσέκρουσε με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του στις προστατευτικές μπάρες μεταξύ των δύο ρευμάτων της οδού Χ…. Κατά τον πιο πάνω χρόνο, στο προαναφερόμενο σημείο της, η οδός Χ…. ήταν ευθεία, διπλής κατευθύνσεως, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας στο ρεύμα της προς Π…., συνολικού πλάτους 6,70 μέτρων. Στο δεξιό αυτής, ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας, συνέβαλε κάθετα η οδός Α…., η οποία ήταν επίσης διπλής κατευθύνσεως με πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρα. Το οδόστρωμα ήταν ξηρό, ο τεχνητός φωτισμός επαρκής, η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική και το όριο ταχύτητας 50 χιλιόμετρα την ώρα (άρθρο 20 του ΚΟΚ – κατοικημένη περιοχή). Η προτεραιότητα στη συμβολή ρυθμιζόταν, όπως εκτέθηκε και παραπάνω, με πινακίδα STOP, η οποία υπήρχε επί της οδού Α…. Στο δεξιό του ρεύματος της οδού Χ… προς Π.., όπουεκινείτο η μοτοσικλέτα και πριν τη συμβολή αυτής με την οδό Α… υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα, τα οποία περιόριζαν την ορατότητα των διαδίκων οδηγών. Σταθμευμένα αυτοκίνητα υπήρχαν ακόμη στο δεξιό του ρεύματος της οδού Χ… προς Π…. και μετά τη συμβολή με την οδό Α… και σε απόσταση 22,60 μέτρων από αυτή. Το ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα τόσο της πρώτης εναγομένης όσο και του ίδιου του ενάγοντος. Η αμέλεια της πρώτης συνίσταται στο ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο της χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, κατά παράβαση του άρθρου 12 παρ. 1 του ΚΟΚ και έτσι, όταν πλησίασε στη συμβολή των οδών Α… και Χ… δεν διέκοψε την πορεία της πριν την πινακίδα STOP, όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ΚΟΚ, ώστε να ελέγξει από αριστερά της την κυκλοφορία και περαιτέρω, όταν έφθασε στο σημείο της συμβολής, στο ύψος των σταθμευμένων αυτοκινήτων, τα οποία περιόριζαν από αριστερά της την ορατότητα, δεν διέκοψε και πάλι την πορεία της για να ελέγξει από αριστερά την κυκλοφορία, οπότε θα αντιλαμβανόταν τη μοτοσικλέτα που πλησίαζε και θα ανέμενε τη διέλευση της, παραχωρώντας της προτεραιότητα. Αντίθετα συνέχισε την κίνηση της προς το κέντρο της συμβολής, πραγματοποιώντας ανοιχτά τη δεξιά στροφή και έτσι κατέλαβε το κέντρο και όχι το δεξιό του οδοστρώματος, αποκλείοντας την πορεία της μοτοσικλέτας, η οποία εκινείτο επίσης στο κέντρο του οδοστρώματος του ρεύματος της. Η προηγούμενη κατανάλωση αλκοολούχων ποτών από την πρώτη εναγομένη, με συγκέντρωση οινοπνεύματος στον οργανισμό της 0,13 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα δεν συντέλεσε κατά οποιοδήποτε τρόπο στο ατύχημα, ενώ συντέλεσε αιτιωδώς η παραβίαση από μέρους της ρυθμιστικής πινακίδας STOP. Η αμέλεια του ενάγοντος συνίσταται στο ότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του επίσης χωρίς σύνεση και προσοχή και με αυξημένη για την περιοχή και τις συνθήκες που επικρατούσαν (κατοικημένη περιοχή – νύχτα) υπερβολική ταχύτητα, η οποία, όπως συνάγεται από τη σφοδρότητα πρόσκρουσης επί του αυτοκινήτου μέχρι του σημείου να εκτιναχθεί το σώμα του στο πίσω δεξιό παρμπρίζ, υπερέβαινε τα 50 χιλιόμετρα την ώρα (παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 3 του ΚΟΚ) και έτσι, πλησιάζοντας στη συμβολή με την οδό Α…., όταν, ευρισκόμενος σε απόσταση 30 περίπου μέτρων από αυτή, αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης να εισέρχεται στη συμβολή, εξερχόμενο από το ύψος των σταθμευμένων αυτοκινήτων, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας του, δεν τροχοπέδησε, χειρισμό που θα μπορούσε να εκτελέσει με ασφάλεια και αποτελεσματικότητα εάν εκινείτο με την ενδεδειγμένη ταχύτητα των 40 χιλιομέτρων την ώρα. Το ποσοστό συνυπαιτιότητας καθενός ανέρχεται σε 70% για την πρώτη εναγομένη και σε 30% για τον ενάγοντα…». Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού για το ένδικο αυτοκινητιστικό ατύχημα. Ειδικότερα δεν διευκρινίζει αν ο αναιρεσείων οδηγός, κινούμενος με την ενδεδειγμένη, κατά τις παραδοχές, ταχύτητα 40 Χ/Ω, θα μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα, ούτε αν η τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας θα απέτρεπε τη σύγκρουση με το όχημα της πρώτης αναιρεσίβλητης οδηγού και δεν εξηγεί σαφώς αν η υπέρβαση της ταχύτητας των 50 Χ/Ω συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενόψει του ότι μόνη η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος. Έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος για το ένδικο ατύχημα.

ΣΧΟΛΙΟ ΜΑΣ: Δεν βαρύνεται με συνυπαιτιότητα σε αυτοκινητιστικό ατύχημα λόγω υπερβολικής ταχύτητας ο οδηγός που έχει προτεραιτότητα. Οδήγηση σε κατάσταση μέθης δεν σημαίνει αυτομάτως υπαιτιότητα

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Ολική καταστροφή παλαιού αυτοκινήτου αξίας 1050€